prosecutable
Pronunciation
/ˈpɹɑsɪkˌjutəbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "prosecutable"στα αγγλικά

prosecutable
01

δίωξιμος, υποκείμενος σε νομική δράση

capable of being legally pursued and subject to legal action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The suspect 's confession made the case highly prosecutable.
Η ομολογία του υπόπτου έκανε την υπόθεση ιδιαίτερα διώξιμη.

Λεξικό Δέντρο

prosecutable
prosecute
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store