Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Toy weapon
01
όπλο παιχνίδι, αντίγραφο όπλου
a replica or imitation of a real weapon, typically made from safe and non-harmful materials, designed for play and entertainment purposes, and it should not pose any actual threat or danger when used responsibly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toy weapons
Παραδείγματα
The kids were running around the yard, pretending to fight with their toy weapons.
Τα παιδιά έτρεχαν γύρω από την αυλή, προσποιούμενα ότι πολεμούσαν με τα παιχνιδόπλοκά τους.



























