Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fashion doll
01
κούκλα μόδας, κούκλα μανακέν
a type of doll, often made of plastic, with an emphasis on style and clothing, designed for imaginative play and typically representing teenage or adult female characters
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fashion dolls
Παραδείγματα
She spent the afternoon dressing her fashion dolls in different outfits.
Πέρασε το απόγευμα ντυμένη τις κούκλες μόδας της με διαφορετικά ντύματα.



























