Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cornhole
01
cornhole, παιχνίδι με σακούλες καλαμποκιού
a lawn game in which players take turns throwing bean bags or corn-filled bags toward a raised platform with a hole in it, aiming to score points by getting the bags into the hole or landing them on the platform
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cornholes
Παραδείγματα
We played cornhole at the family picnic, and it was so much fun.
Παίξαμε cornhole στο οικογενειακό πικνίκ και ήταν πολύ διασκεδαστικό.
02
πρωκτός, κώλος
the anus
αργκό
Παραδείγματα
He wiped too roughly and nicked his cornhole.
Σκούπισε πολύ δυνατά και κόπηκε ο πρωκτός.
03
πρωκτική συνουσία, πρωκτικό σεξ
anal intercourse
αργκό
Παραδείγματα
They joked about wanting to try cornhole for the first time.
Αστειεύτηκαν για το ότι θέλουν να δοκιμάσουν τον πρωκτικό σεξ για πρώτη φορά.
to cornhole
01
σοδομίζω, πηγαίνω στον κώλο
to engage in anal sex
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cornhole
γ΄ ενικό πρόσωπο
cornholes
ενεστώτα μετοχή
cornholing
απλός αόριστος
cornholed
παθητική μετοχή
cornholed
Παραδείγματα
They decided to cornhole after a few drinks.
Αποφάσισαν να κάνουν πρωκτικό σεξ μετά από μερικά ποτά.
Λεξικό Δέντρο
cornhole
corn
hole



























