Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Middlehand
01
ο μεσαίος παίκτης, το μεσαίο χέρι
the player in a card game who sits between the dealer and the eldest hand and plays their turn after the eldest hand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
middlehands
Παραδείγματα
The middlehand had to decide whether to call or fold before the last player made their move.
Ο middlehand έπρεπε να αποφασίσει αν θα καλέσει ή θα πάει πάσο πριν ο τελευταίος παίκτης κάνει τη κίνησή του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
middlehand
middle
hand



























