Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hypercorrection
01
υπερδιόρθωση, υπερδιόρθωση
a linguistic phenomenon where speakers or writers overcompensate for a perceived error or nonstandard usage by using a form that is actually incorrect or nonstandard
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hypercorrections
Λεξικό Δέντρο
hypercorrection
correction
correct



























