Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bidialectal
01
διδιάλεκτος, διδιάλεκτο άτομο
an individual who is proficient in and able to switch between two distinct dialects or varieties of a language, typically based on regional or social factors
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bidialectals



























