Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zonal auxiliary language
/zˈoʊnəl ɔːksˈɪliəɹi lˈæŋɡwɪdʒ/
Zonal auxiliary language
01
ζωνική βοηθητική γλώσσα, κατασκευασμένη ζωνική γλώσσα
a constructed language designed to serve as a communication tool within a specific geographic region or zone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
zonal auxiliary languages



























