wh-word
wh
dʌbəlju:
dabēlyoo
word
eɪʧ
eich

Ορισμός και σημασία του "wh-word"στα αγγλικά

01

ερωτηματική λέξη, σχετική λέξη

a word used to introduce a question or a relative clause, typically including words like "who," "what," "where," "when," "why," and "how" 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wh-words
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store