Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Creolization
01
κρεολοποίηση, δημιουργία μιας κρεολικής γλώσσας
the process through which a new language, known as a creole, emerges as a result of contact between different languages, typically in situations of colonization, slavery, or migration
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
decreolization
creolization



























