Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
morphological leveling
/mˌɔːfəlˈɒdʒɪkəl lˈɛvəlɪŋ/
Morphological leveling
01
μορφολογική ισοπέδωση, μορφολογική απλοποίηση
a process in language change where irregularities in the inflectional or derivational morphology of words are simplified or regularized over time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
morphological levelings



























