Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Split ergativity
01
διαιρετική εργατικότητα, σχισμένη εργατικότητα
a phenomenon in which a language exhibits a mixed pattern of ergative-absolutive alignment in some grammatical contexts and nominative-accusative alignment in others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
split ergativities



























