Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Analytic language
01
αναλυτική γλώσσα, απομονωμένη γλώσσα
a type of language that primarily relies on word order and function words to convey grammatical relationships, rather than inflections or word endings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
analytic languages



























