lexical chain
lex
ˈlɛk
λεκ
i
σι
cal
kəl
καλ
chain
ʧeɪn
τσειν
/lˈɛksɪkəl tʃˈeɪn/

Ορισμός και σημασία του "lexical chain"στα αγγλικά

01

λεξική αλυσίδα, σημασιολογική ακολουθία

a sequence of words or terms in a text that are semantically related or connected by their meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lexical chains
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store