Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
existential determiner
/ɛɡzɪstˈɛnʃəl dɪtˈɜːmɪnɚ/
Existential determiner
01
υπαρξιακός προσδιοριστής, προσδιοριστής ύπαρξης
a type of determiner used to introduce or indicate the existence of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
existential determiners



























