Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interrogative determiner
/ɪntˈɛɹəɡətˌɪv dɪtˈɜːmɪnɚ/
Interrogative determiner
01
ερωτηματικός προσδιοριστής, ερωτηματικό επίθετο
a type of determiner used to introduce a question or inquiry about a specific noun or group of nouns
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
interrogative determiners



























