action verb
ac
ˈæk
āk
tion
ʃən
shēn
verb
vɜ:b
vēb

Ορισμός και σημασία του "action verb"στα αγγλικά

01

ρήμα δράσης, ενεργητικό ρήμα

a verb that expresses an action or movement performed by the subject of the sentence 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
action verbs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store