Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lexical verb
01
λεξικό ρήμα, πλήρες ρήμα
a verb that carries the main semantic content in a sentence and conveys the core meaning of the action or state being described
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lexical verbs



























