Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Possessive pronoun
01
κτητική αντωνυμία, αντωνυμία κατοχής
a pronoun that shows ownership or possession, indicating that something belongs to someone or something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
possessive pronouns
LanGeek



























