Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Concrete noun
01
συγκεκριμένο ουσιαστικό, ουσιαστικό συγκεκριμένο
a type of noun that represents a physical, tangible entity or object, typically something that can be seen, touched, smelled, heard, or tasted
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
concrete nouns
LanGeek



























