safelight
safe
ˈseɪf
seif
light
laɪt
lait

Ορισμός και σημασία του "safelight"στα αγγλικά

01

ασφαλές φως, μη φωτοευαίσθητο φως

a type of low-intensity light used in traditional darkrooms to allow photographers to see and work with light-sensitive materials 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
safelights

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

safelight

safe

+

light

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store