Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Total station
01
ολικός σταθμός, ηλεκτρονικό θεοδόλιθο
an electronic surveying instrument that combines an electronic theodolite for measuring angles and a distance meter for measuring distances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
total stations
Παραδείγματα
The surveyor used a total station to accurately measure the distance between two points on the construction site.
Ο τοπογράφος χρησιμοποίησε ένα ολικό σταθμό για να μετρήσει με ακρίβεια την απόσταση μεταξύ δύο σημείων στο εργοτάξιο.



























