Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bower
01
κρεμαστός κήπος, σκιασμένο μέρος
a pleasant shady place under trees or climbing plants in a garden or wood
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bowers
Παραδείγματα
They found a peaceful bower in the garden, perfect for reading.
Βρήκαν ένα γαλήνιο κουβούκλι στον κήπο, ιδανικό για ανάγνωση.
to bower
01
περικλείω σε ένα θόλο, περικυκλώνω με ένα περγκόλα
enclose in a bower
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bower
γ΄ ενικό πρόσωπο
bowers
ενεστώτα μετοχή
bowering
απλός αόριστος
bowered
παθητική μετοχή
bowered
Λεξικό Δέντρο
bowery
bower
bow



























