Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bower
01
κρεμαστός κήπος, σκιασμένο μέρος
a pleasant shady place under trees or climbing plants in a garden or wood
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bowers
Παραδείγματα
The hiking trail led to a secluded bower by a babbling brook.
Το μονοπάτι πεζοπορίας οδηγούσε σε ένα απομονωμένο κουβούκλι δίπλα σε ένα μουρμουρητό ρυάκι.
to bower
01
περικλείω σε ένα θόλο, περικυκλώνω με ένα περγκόλα
enclose in a bower
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bower
γ΄ ενικό πρόσωπο
bowers
ενεστώτα μετοχή
bowering
απλός αόριστος
bowered
παθητική μετοχή
bowered
Λεξικό Δέντρο
bowery
bower
bow



























