Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tool shed
01
καταστήματα εργαλείων, υπόστεγο εργαλείων
a small outdoor structure or building used for storing and organizing tools, equipment, and other items typically used for gardening, maintenance, or DIY projects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tool sheds
Παραδείγματα
He spent the afternoon in the tool shed, fixing his bike and organizing his tools.
Πέρασε το απόγευμα στο καταστήματος εργαλείων, επισκευάζοντας το ποδήλατό του και οργανώνοντας τα εργαλεία του.



























