Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stopping down
01
μείωση του διαφράγματος, κλείσιμο του διαφράγματος
a term used in photography that refers to the act of reducing the size of the aperture in a camera lens, resulting in a larger depth of field and less light entering the camera
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stopping downs



























