Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bowdlerize
01
λογοκρίνω, εκκαθαρίζω
to delete the sections or words that are believed to be offensive or inappropriate from a play, movie, book, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bowdlerize
γ΄ ενικό πρόσωπο
bowdlerizes
ενεστώτα μετοχή
bowdlerizing
απλός αόριστος
bowdlerized
παθητική μετοχή
bowdlerized
Παραδείγματα
When adapting the book for children, they had to bowdlerize many of the mature themes and language.
Κατά την προσαρμογή του βιβλίου για παιδιά, έπρεπε να απαλείψουν πολλά από τα ώριμα θέματα και τη γλώσσα.



























