Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chasing
01
σφυρηλάτηση, σφύρημα
a metalworking technique that involves shaping and decorating a metal surface by hammering and pressing it from the front with various tools
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chasings
Λεξικό Δέντρο
chasing
chase



























