Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blackwork
01
μαύρη κεντηματική, μαύρη δουλειά
a type of embroidery that uses black thread to create intricate and decorative designs and patterns on white or light-colored fabric
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blackworks
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
blackwork
black
work



























