bovid
bo
ˈboʊ
μπου
vid
vɪd
βιντ
/bˈə‍ʊvɪd/

Ορισμός και σημασία του "bovid"στα αγγλικά

01

βοειδή, μηρυκαστικά με κοίλα κέρατα

hollow-horned ruminants
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bovids
01

βοοειδής, σχετικός με τα μηρυκαστικά

a group of mammals, including cows, buffalo, bison, and antelopes, that are characterized by cloven hooves and ruminant digestion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store