Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vacuum lifter
01
ανυψωτήρας κενού, ανυψωτήρας με βεντούζα
a device equipped with a vacuum mechanism that creates suction, allowing it to securely grip and lift objects with smooth surfaces, providing a safe and efficient method of vertical lifting and transportation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vacuum lifters
Παραδείγματα
The workers used a vacuum lifter to move the large glass panels without leaving any marks.
Οι εργάτες χρησιμοποίησαν έναν αερόσακo ανύψωσης για να μετακινήσουν τα μεγάλα γυάλινα πάνελ χωρίς να αφήσουν σημάδια.



























