Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scissor lift
01
ψαλίδι ανύψωσης, πλατφόρμα ανύψωσης με μηχανισμό ψαλιδιού
a type of mobile elevated work platform that uses a scissor-like mechanism to raise and lower a platform for vertical access
Παραδείγματα
The scissor lift made it much easier to complete the maintenance work on the building ’s exterior.
Ο ψαλιδωτός ανελκυστήρας έκανε πολύ πιο εύκολη την ολοκλήρωση των εργασιών συντήρησης στο εξωτερικό του κτιρίου.



























