scissor lift
sci
ˈsɪ
si
ssor
lift
lɪft
lift

Ορισμός και σημασία του "scissor lift"στα αγγλικά

01

ψαλίδι ανύψωσης, πλατφόρμα ανύψωσης με μηχανισμό ψαλιδιού

a type of mobile elevated work platform that uses a scissor-like mechanism to raise and lower a platform for vertical access 
scissor lift definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scissor lifts
Παραδείγματα
The workers used a scissor lift to reach the top of the building and install the new windows. 

Οι εργάτες χρησιμοποίησαν έναν ψαλίδιο ανυψωτικό για να φτάσουν στην κορυφή του κτιρίου και να εγκαταστήσουν τα νέα παράθυρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store