ceiling light
cei
ˈsi:
si
ling
lɪng
ling
light
laɪt
lait

Ορισμός και σημασία του "ceiling light"στα αγγλικά

01

φωτιστικό οροφής, φως οροφής

a lighting fixture that is mounted on the ceiling and provides illumination to a room or space from above 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ceiling lights
Παραδείγματα
The living room was brightly lit by a large ceiling light that hung from the center of the room. 

Το σαλόνι ήταν φωτεινά φωτισμένο από ένα μεγάλο φωτιστικό οροφής που κρεμόταν από το κέντρο του δωματίου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store