Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Precisionism
01
ακριβολογία, κίνημα ακρίβειας
an American art movement active in the early 20th century, which sought to capture the modern, industrialized world through precise, geometric forms
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
precisionisms
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
precisionism
precision
precis



























