Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Orphism
01
ορφισμός
an artistic style popular in France in the early 20th century, characterized by its use of abstract forms, bright colors, and curved lines
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
orphisms
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
orphism
orph



























