polycarbonate
po
ˌpɒ
po
ly
li
li
car
kɑ:
kaa
bo
nate
neɪt
neit

Ορισμός και σημασία του "polycarbonate"στα αγγλικά

01

πολυκαρβονικό, ένα ανθεκτικό και ελαφρύ θερμοπλαστικό υλικό που χρησιμοποιείται συνήθως στην κατασκευή για την υψηλή αντοχή του στις κρούσεις και τη διαφάνεια

a durable and lightweight thermoplastic material commonly used in construction for its high impact resistance and transparency 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
polycarbonates
Παραδείγματα
The skylights were covered with polycarbonate panels, allowing natural light to fill the room. 

Οι φεγγίτες ήταν καλυμμένοι με πάνελ πολυκαρβονικού, επιτρέποντας στο φυσικό φως να γεμίσει το δωμάτιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store