Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slate tile
01
πλακίδιο σχιστόλιθου, κέραμο σχιστόλιθου
a type of thin, flat tile made from natural slate stone, commonly used in flooring, roofing, and wall applications
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slate tiles
Παραδείγματα
The bathroom floor was finished with slate tiles, giving it a modern yet natural look.
Το πάτωμα του μπάνιου ολοκληρώθηκε με πλακάκια σχιστόλιθου, δίνοντάς του μια μοντέρνα αλλά φυσική εμφάνιση.



























