Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dropped ceiling
01
κρεμαστή οροφή, ψεύτικη οροφή
a suspended ceiling or false ceiling, is a secondary ceiling installed below the main structural ceiling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dropped ceilings



























