flat ceiling
flat
ˈflæt
φλαιτ
cei
si:
ση
ling
lɪng
λινγκ
/flˈat sˈiːlɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "flat ceiling"στα αγγλικά

01

επίπεδη οροφή

a ceiling design that has a level or horizontal surface without any visible slopes or curves
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flat ceilings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store