Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nerikomi
01
νερίκομι, ιαπωνική τεχνική πηλού νερίκομι
a Japanese clay technique in which contrasting pieces or textures of different colored clays are combined while wedged and rolled into a single form
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nerikomi



























