Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Glass wall
01
γυάλινος τοίχος, γυάλινο χώρισμα
a transparent or translucent barrier made of glass that separates or divides spaces while allowing visual connection between them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glass walls



























