bounty hunter
boun
ˈbaʊn
bawn
ty
ti
ti
hun
hʌn
han
ter

Ορισμός και σημασία του "bounty hunter"στα αγγλικά

01

κυνηγός επικηρυγμένων, παγιδευτής

a hunter who kills predatory wild animals in order to collect a bounty 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bounty hunters
02

κυνηγός επικηρυγμένων, επικηρυγμένος κυνηγός

someone who pursues fugitives or criminals for whom a reward is offered 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store