Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Double-acting door
01
πόρτα διπλής δράσης, πόρτα που ανοίγει και στις δύο κατευθύνσεις
a type of door that is hinged on both sides, allowing it to swing in both directions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
double-acting doors
LanGeek



























