Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Zendo
01
ένα ζέντο, αίθουσα διαλογισμού ζεν
a meditation hall or space, typically associated with Zen Buddhism, where practitioners gather for silent seated meditation and other related practices
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
zendos



























