Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Zenith
01
ζενίθ, υψηλότερο σημείο
the highest point that a certain celestial body reaches, directly above an observer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
zeniths
Παραδείγματα
At noon, the sun reached its zenith, directly overhead.
Το μεσημέρι, ο ήλιος έφτασε στο ζενίθ του, ακριβώς πάνω από το κεφάλι.
02
ζενίθ, ακμή
a period during which someone or something reaches their most successful point
Παραδείγματα
The band’s zenith was marked by sold-out concerts and numerous top hits.
Η ακμή της μπάντας σημειώθηκε με sold-out συναυλίες και πολυάριθμες επιτυχίες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
zenithal
zenith



























