Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Riwaq
01
riwaq, στεγασμένη στοά
a covered arcade or portico often surrounding a courtyard, providing shade and shelter for circulation and gatherings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
riwaqs



























