Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Minbar
01
minbar, άμβωνας
a stepped pulpit used by the imam to deliver sermons during congregational prayers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
minbars



























