transept chapel
tran
ˈtræn
τραιν
sept
sɛpt
σεπτ
cha
ʧæ
τσαι
pel
pəl
παλ

Ορισμός και σημασία του "transept chapel"στα αγγλικά

Transept chapel
01

παρεκκλήσι του εγκάρσιου κλίτους, παρεκκλήσι πλευρικού κλίτους

a small chapel located within the transept of a church or cathedral, often dedicated to a specific saint or serving as a place of private prayer or devotion 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
transept chapels

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store