Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Strigil
01
στρίγιλος, μοτίβο στρίγιλος
a decorative motif or pattern resembling the shape or design of the ancient strigil tool
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
strigils



























