strigil
stri
ˈstrɪ
στρι
gil
ʤɪl
τζιλ
/stɹˈɪd‌ʒɪl/

Ορισμός και σημασία του "strigil"στα αγγλικά

01

στρίγιλος, μοτίβο στρίγιλος

a decorative motif or pattern resembling the shape or design of the ancient strigil tool
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
strigils
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store