Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sumi
01
κινεζική μελάνη, σούμι
a type of black ink made from soot and glue used in East Asian brush painting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sumi



























