Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Paint pad
01
μαξιλαράκι βαφής, ρολό βαφής
a tool used to apply paint smoothly and evenly to surfaces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
paint pads



























